του Κώστα Ράπτη

Σε ένα αναπάντεχα “φιλικό” προς τον ΣΥΡΙΖΑ (και αμείλικτα επικριτικό για την καγκελάριο Merkel) άρθρο του πριν από λίγες μέρες ο Rudolf Augstein, 

γιος του ιδρυτή του περιοδικού Spiegel, συνόψισε με λίγες λέξεις την “σουρρεαλιστική” αμφιθυμία της γερμανικής πολιτικής που βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης του ευρώ. “Θέλουμε” σημείωσε “την νομισματική ένωση, επειδή έτσι ευνοούνται οι εξαγωγές μας και επειδή φοβόμαστε τις πολιτικές συνέπειες της διάλυσής της. Αλλά δεν θέλουμε να συμβάλουμε στην προϋπόθεση επιτυχίας του κοινού νομίσματος, δηλαδή την πολιτική ένωση”.

Ο ίδιος απέδωσε την αντίφαση αυτή στην “καταστροφική για την Ευρώπη έλλειψη οράματος” της Angela Merkel – την ίδια ακριβώς πραγματιστική έλλειψη οράματος που εξηγεί τις επιτυχίες της στην εσωτερική πολιτική. Και σε ένα νοητικό παιχνίδι “εναλλακτικής ιστορίας” προεξοφλεί ότι σε αντίστοιχες περιστάσεις, “ο Helmut Kohl θα είχε από καιρό εκπονήσει μαζί με τον Γάλλο πρόεδρο ένα δεκαετές πλάνο για μια πραγματική νομισματική ένωση”.

Πράγματι, η αμηχανία που προδίδει η “Βαβέλ” των πρόσφατων δηλώσεων Γερμανών ιθυνόντων και δημοσιολογούντων με αφορμή το “ελληνικό ζήτημα”, συνιστά την αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον “λογαριασμό” μιας πολιτικής για την ευρωζώνη που επί τέσσερα χρόνια στηριζόταν στην εξαγορά χρόνου και τη μη δέσμευση σε αποφάσεις “χωρίς επιστροφή” – σε ό,τι αφορά τις διαθέσιμες στρατηγικές επιλογές της Γερμανίας.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια συζήτηση εντός της ηγέτιδας δύναμης του ευρώ ασφαλώς συντελεί σε αυτή τη στρέβλωση – με την πολιτική τάξη να συμπεριφέρεται ως “όμηρος” μιας κοινής γνώμης, την οποία η ίδια έχει προηγουμένως επαρκώς διεγείρει. Και σίγουρα δεν είναι δυνατόν το κεντρικό σχέδιο των ιθυνουσών τάξεων της Ευρώπης (με την ενθάρρυνση και των ΗΠΑ) την τελευταία εξηκονταετία, δηλ. η ευρωπαϊκή ενοποίηση, να αντιμετωπίζεται με κινήσεις ορίζοντα τριμήνου και εξαμήνου σαν να επρόκειτο για χρηματιστηριακό τζόγο. Όμως το πρόβλημα είναι βαθύτερο, απ΄ ό,τι διακρίνει ο Augstein.

Σε συνέντευξή του στο “Κεφάλαιο” και το Capital.gr τον Δεκέμβριο του 2013 ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος (και πολέμιος του ευρώ) Jacques Sapir ανέφερε: “Μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά με σοβαρές μεταβιβάσεις πόρων στο εσωτερικό της. Τη δεκαετία του ΄70, όταν άρχισε η σχετική συζήτηση (διότι το ευρώ δεν γεννήθηκε χθες) υπολογιζόταν ότι στον κοινοτικό προϋπολογισμό θα πρέπει να εισρέει το 10% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Σήμερα εισρέει το 1,23% – οκτώ φορές λιγότερο! Στην πραγματικότητα ο Βορράς θα έπρεπε να μεταβιβάζει στο Νότο (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η Γαλλία, πράγμα συζητήσιμο) 250 με 260 δισ. ευρώ ετησίως. Δηλαδή η Γερμανία θα έπρεπε να καταβάλλει κάθε χρόνο 220 έως 232 δις ευρώ, ήτοι το 8% με 9% του ΑΕΠ της. Ποιος πιστεύει στα σοβαρά ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό και μάλιστα επί μονίμου βάσεως;”.

Κατά τον Sapir, “αυτό αποτελεί και την καταδίκη των λεγόμενων “φεντεραλιστικών” στρατηγικών. Θεωρητικά, είναι βεβαίως κομψές και ίσως ευκταίες. Αλλά προϋποθέτουν αφόρητη πίεση στη Γερμανία. Ο μόνος τρόπος για να πληρώσει η Γερμανία θα ήταν η εισβολή! Βλέπουμε λοιπόν πώς μια ιδέα ενοποίησης μεταστρέφεται υπό την πίεση της πραγματικότητας στο αντίθετό της. Για να λειτουργήσει η λεγόμενη “ομοσπονδιακή Ευρώπη” θα έπρεπε κανείς να κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία”…

Δεν θα πρέπει κανείς να μεμφθεί τους Γερμανούς για αυτή τους την απροθυμία να αναλάβουν ένα τόσο μεγάλο βάρος για λογαριασμό της ευρωζώνης – ιδίως σε εποχές που… δεν προθυμοποιείται πλέον να το αναλαμβάνει λ.χ. η Καταλωνία για την υπόλοιπη Ισπανία ή η Φλάνδρα για τη Βαλλωνία. Ούτε ασφαλώς θα πρέπει να καταγγελθεί η Γερμανία για την επιφύλαξή της να εκχωρήσει εθνική κυριαρχία πέρα από ένα όριο – διότι η οικοδόμηση των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών αποτελεί φαινόμενο με μεγάλο ιστορικό βάθος, για να νομίζει κανείς ότι θα αναιρεθεί, από κάποιον φεντεραλιστικό βολονταρισμό, εντός ελάχιστων δεκαετιών.

Αλλά, τουλάχιστον, θα πρέπει αυτή η επιφύλαξη να αναγνωρίζεται ως θεμιτή για όλους. Όταν εκλεγμένοι πρωθυπουργοί ανατρέπονται με τελεσίγραφα εκ του εξωτερικού, όταν η κυβέρνηση της Γαλλίας ανασχηματίζεται με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση της εύνοιας του Βερολίνου, όταν συλλογικές αποφάσεις όπως αυτές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2012 για την αποκοπή του ομφάλιου λώρου δημόσιου και τραπεζικού χρέους ροκανίζονται εκ των υστέρων, ενώ την ίδια στιγμή οι πρωτοβουλίες της ΕΚΤ τελούν υπό την διαρκή αίρεση της ετυμηγορίας του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Καρλσρούης, είναι προφανές ότι μια αφόρητη ανισοτιμία έχει εγκατασταθεί στην πάλαι ποτέ “οικογένεια” των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών. Η επαινετή (γιατί όχι) προσκόλληση των Γερμανών στη συνταγματική τους τάξη μετατρέπεται σε πρόκληση, σε μια συγκυρία που για τους εταίρους μένει μόνο η επιλογή της οδυνηρής προσαρμογής.

Κάθε νομισματική ένωση είναι ήδη σε ένα βαθμό και πολιτική ένωση – όμως η Γερμανία δεν επιθυμεί να την οδηγήσει μέχρι τη λογική της συνέπεια. Θα αρκούσε αυτό για να εγερθούν σοβαρά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα, αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτά θα παρακάμπτονταν, εάν τουλάχιστον η γερμανική συνταγή δικαιωνόταν στο επίπεδο της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Όμως η “συνταγή” αφοπλίζει τα κράτη-μέλη από κάθε εργαλείο που προβλέπουν τα εγχειρίδια (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική πολιτική) αφήνοντας ανοιχτή μόνο την οδό της συμπίεσης της εργασίας. Το πολιτικά και ηθικά ερωτήματα βεβαίως πολλαπλασιάζονται, αλλά ούτε και η έτσι η “συνταγή” καταφέρνει τους δεδηλωμένους στόχους της: τον περιορισμό των χρεών ή την ανάκτηση ανταγωνιστικότητας. Οι ανισότητες Βορρά-Νότου πολλαπλασιάζονται, ενώ η ακαμψία με την οποία επιδιώκεται ταυτοχρόνως νομισματική και δημοσιονομική περιστολή, παράλληλη απομόχλευση τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα “μεταφράζεται” και σε μία υπερφίαλη βεβαιότητα ότι είναι δυνατόν να καταργηθεί η πολιτική.

Το ότι σε συνθήκες ύφεσης και αποπληθωρισμού το αποτέλεσμα είναι να φθάνουν στα όριά τους οι αντοχές των ευρωπαϊκών κοινωνιών και πολιτικών συστημάτων, να ρηγματώνεται η ευρωπαϊκή (βλ. την πορεία της Βρετανίας προς την “έξοδο”) ή και η εθνική (βλ. λ.χ. την Ισπανία) ενότητα των κρατών-μελών, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει.