Αγιά Σοφιά: Γιατί ο Σουλτάνος τη θέλει τζαμί

Η μεγαλομανής επιδίωξη του Ερντογάν να μετατρέψει από μουσείο σε τζαμί την Αγια-Σοφιά συνιστά ακραία πρόκληση κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, περιφρόνηση του θρησκευτικού συναισθήματος του χριστιανικού κόσμου και υπονομευτική ταπείνωση του όποιου κοσμικού χαρακτήρα της Τουρκίας. Για τον ίδιο είναι απλώς άλλος ένας υποκριτικός εξαγνισμός της μοχθηρής επιθετικότητάς του στα μάτια των οπαδών του.

Χρειάζεται άραγε ένα ακόμη τζαμί η Κωνσταντινούπολη με τα 3.500 ισλαμικά τεμένη; Εχει ανάγκη από έναν επιπλέον συμβολικό χώρο λατρείας από τη στιγμή που βρίσκονται διάσπαρτα στην Πόλη περισσότερα από 50 οθωμανικά τζαμιά, υπέροχα δείγματα ισλαμικής αρχιτεκτονικής από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα;

Δεν της αρκούν, ακόμη, τα κιτς αισθητικής φαραωνικά μετα-οθωμανικά τζαμιά που καλούν τους πιστούς για προσευχή πέντε φορές την ημέρα, και τα οποία γεμίζουν με το ζόρι μόνο κάθε Παρασκευή; Οχι, απαντά ο μαξιμαλιστής σημερινός Τούρκος πρόεδρος, που ως νεο-σουλτάνος ονειρεύεται την επανασυγκόλληση του θρυμματισμένου αλλοτινού μεγαλείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σαν αποχαλινωμένη καρικατούρα του πορθητή Μωάμεθ του Β’ φαντασιώνεται την είσοδό του, καβάλα στ’ άλογο, στη Αγια-Σοφιά ώστε να την αλώσει ξανά και να την παραδώσει καθυποταγμένη και πάλι ως παρακμιακά μελαγχολικό τζαμί στους μουσουλμάνους.

Για τον ίδιο, άλλωστε, ο 21ος αιώνας είναι μια λεπτομέρεια, ενώ η λογική μια περιπλοκή την οποία αντικαθιστά με την επιθετικότητα. Τραβάει βάναυσα τα νήματα των εννοιών της τουρκικής κληρονομιάς, από τον σουφισμό μέχρι την οθωμανική κουλτούρα και τα εθνικιστικά ίχνη της κεμαλικής κοσμικής νεωτερικότητας, μέχρι τα απώτατα απατηλά τους άκρα.

Στο μυαλό του Ερντογάν το din (θρησκεία) και το devlet (κράτος) δεν αποτελούν μια αντινομική διχοτόμηση, αλλά μια αέναη περιπλοκή. Το Ισλάμ συνιστά προϋπόθεση της τουρκικότητας και με αυτή την πεποίθηση έχει πορευτεί πολιτικά, προσφέροντας με αυταρχικότητα την «απο-θυματοποίηση» των πιστών μουσουλμάνων στην κεμαλική Τουρκία.

Η καταστροφή του πάρκου «Γκεζί», στο οποίο ο Ερντογάν ήθελε να κατασκευάσει τζαμί, διαμήνυε ότι το λεγόμενο «μετριοπαθές Ισλάμ» είναι μια δυτική φαντασίωση. Ως πρωθυπουργός, μάλιστα, απευθυνόταν το 2007 στο πλήθος των φανατικών οπαδών του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, οι οποίοι θεωρούν ακόμη και τον λόξιγκά του έκφραση θεόπνευστης σοφίας, λέγοντας: «Αυτή η περιγραφή είναι προσβλητική για τη θρησκεία μας. Δεν υπάρχει μετριοπαθές Ισλάμ. Το Ισλάμ είναι το Ισλάμ, τελεία και παύλα».

Οι επιδιώξεις Ερντογάν

Εξάλλου, η άκαμπτη επιμονή του να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της Αγια-Σοφιάς δεν είναι καινοφανής. Εδώ και 15 χρόνια υπόσχεται την επαναφορά της σε τέμενος, οργανώνει μαζικό ναμάζι (προσευχές) στους εξωτερικούς χώρους που έχτισε ο Μουράτ Α’, αναγνώσεις αποσπασμάτων του Κορανίου στους εσωτερικούς, στήνει φιέστες στην επέτειο της Αλωσης της Κωνσταντινούπολης. Και όπως πάντα, κλείνει αυτοαποθεωτικά το εκάστοτε σόου του στον προαύλιο χώρο του αξεπέραστου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς μνημείου, απαιτώντας με πρωτοφανές θράσος να ξαναγίνει τζαμί.

Λες και χάθηκε το νεόκτιστο Τσαμλιτζά Τζαμί, χωρητικότητας 63.000 πιστών, στο Σκούταρι, το Εγιούπ Σουλτάν Τζαμί στον Κεράτιο, που θεωρείται τάφος του Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσάρι, ενός από τους πιο αξιόπιστους συντρόφους του Προφήτη Μωάμεθ, ή ακόμα τα διάσημα αρχιτεκτονικά Μπλε Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί και Γενί Τζαμί.

Ο Ερντογάν ωστόσο, υπό οθωμανικό αταβιστικό σύνδρομο και παρωχημένη αυταρέσκεια, είχε  βάλει αμέτι μουχαμέτι στόχο την Αγια-Σοφιά. Στο φόντο της δήθεν θρησκευτικής του ευσέβειας, την οποία με άγχος εργαλειοποιεί για πολιτικές επιδιώξεις, ένα πολύχρωμο πλήθος, γενειοφόρων μαθητών θεολογικών σχολών, καλοξυρισμένων ιμάμηδων με άμφια, ανδρών με μακριά μουστάκια τύπου φώκιας και σεμνότυφων γυναικών τυλιγμένων με μαντίλες, χειροκροτεί με ενθουσιασμό, ενώ τα καραβάκια με κόκκινες σημαίες της Λευκής Ημισελήνου που διασχίζουν τον Βόσπορο σφυρίζουν ανυπόμονα.

Στον στενόμυαλο επαρχιωτισμό τους, που φουντώνει σε συγκυρίες αδιεξόδων και ανασφάλειας, ποντάρει ο Τούρκος πρόεδρος για να λανσάρει ως μεταμοντέρνος Χαλίφης τον άλλοτε θρυλικά περίλαμπρο ναό ως πολύτιμο πετράδι στο ηγεμονικό τουρμπάνι του. Και μέχρι να το πετύχει ταξινομεί, υπόσχεται, μοιράζει, παζαρεύει και απειλεί

Μουσείο από το 1934

Απόπειρες, βέβαια, μετατροπής της Αγια-Σοφιάς έχουν γίνει και στο παρελθόν. Τόσο το 2009 όσο και το 2016 δικαστικές αποφάσεις αποφάνθηκαν ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ως μουσείο, σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα του 1934. Με πρωτοβουλία του τότε προέδρου Μουσταφά Κεμάλ, του επονομαζόμενου -με συνταγματική επιταγή- Ατατούρκ (πατέρα των Τούρκων), στο πλαίσιο εκκοσμίκευσης του κράτους της νέας Τουρκίας μετατράπηκε σε μουσείο και ως τέτοιο λειτουργεί μέχρι σήμερα.

UNESCO περιέλαβε την Αγια-Σοφιά στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 1985. Το 2018, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας απέρριψε αίτημα μετατροπής της σε τζαμί, αλλά κατόπιν νέας εντολής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναμένεται να συνέλθει φέτος στις 2 Ιουλίου το Συμβούλιο της Επικρατείας της Τουρκίας προκειμένου να εξετάσει αίτημα ακύρωσης προηγούμενων αποφάσεων

Οποιος, ανεξαρτήτως θρησκείας, φύλου και χρώματος, επισκέπτεται την Κωνσταντινούπολη θεωρεί χρέος του να δει την Αγια-Σοφιά. Μόνο πέρυσι στάθηκαν στην ουρά για να εισέλθουν στον υπέροχο χώρο της περισσότεροι από 3,7 εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι πλήρωσαν εισιτήριο 100 τουρκικές λίρες. Χώρια οι τζαμπατζήδες. Η σύγκριση επισκεψιμότητάς της με το απέναντι, δωρεάν εισόδου, εντυπωσιακό Μπλε Τζαμί είναι αναμφίβολα εις βάρος του δεύτερου.

Προφανώς γιατί το τελευταίο είναι χώρος λατρείας, όπου ο επισκέπτης οφείλει να πλύνει χέρια, πόδια, πρόσωπο για να εισέλθει, να βγάλει τα παπούτσια του, αφού ενδεχομένως αγοράσει καλτσάκια που πωλούν μαντιλοφορεμένα κορίτσια, να περιμένει ένα εικοσάλεπτο έως ότου ολοκληρωθεί η προσευχή που εκτελείται ανελλιπώς και με συνέπεια πέντε φορές την ημέρα, ενώ τις Παρασκευές ο τουρίστας πρέπει να στήσει καρτέρι όλο το πρωινό περιμένοντας να καθαριστεί με επιμέλεια το τζαμί.

Στο μεσοδιάστημα μπορεί να ελεήσει τους άτυχους τυφλούς που ζητιανεύουν στο προαύλιο ή να δοκιμάσει σάντουιτς με παλαμίδα από τους μικροπωλητές, την ώρα που τα μεγάφωνα του μουεζίνη καλούν εκκωφαντικά τους πιστούς μουσουλμάνους στην επόμενη προσευχή. Παρόμοια τύχη επιφυλάσσεται και στην Αγία Σοφία αν γίνει ποτέ τζαμί.

Η αλήθεια είναι ότι λειτούργησε ως μουσουλμανικό τέμενος περίπου 480 χρόνια. Προϋπήρξε ωστόσο ρωμαιοκαθολικός καθεδρικός για καμιά 60αριά έτη επί λατινοκρατίας των Σταυροφόρων, αλλά η αίγλη της ανάγεται στα 900 τόσα τελετουργικά της χρόνια ως ορθόδοξης εκκλησίας

«Νενίκηκά σε Σολομών»

Σε αυτούς τους σχεδόν 10 αιώνες, ο ναός που επέζησε από καταστροφικούς σεισμούς, πλιατσικολόγους, λεηλασίες και δομικές επισκευές, συνδέθηκε με ιερά πρόσωπα και στέγασε γεγονότα με μεγάλη ιστορική βαρύτητα. Κυρίως η μεγαλοσύνη του ναού συναρθρώθηκε με όλο το μυστήριο μιας ιεροτελεστίας που προκαλούσε δέος.

Με τις σεβάσμιες σειρές 600 ιερέων και διακόνων με υπέροχα άμφια που έστεφαν αυτοκράτορες, ευλαβείς δοξολογίες πατριαρχών, ουράνιους ψαλμούς αμέτρητων ραψωδών και 23.000 κατανυκτικούς προσευχητές σε μια ατμόσφαιρα όπου κυριαρχούσαν τα αρώματα ευωδιαστών λιβανιών.

Είναι ίσως περιττή η αναφορά στην εξαίσια αρχιτεκτονική του επιβλητικού ναού σε στυλ τρουλαίας βασιλικής με τεράστιο θόλο που δίνει την ψευδαίσθηση πως κρέμεται από τον ουρανό, τον οποίο ανέγειρε ο φιλόδοξος Ιουστινιανός σε σχέδια των μηχανικών, γεωμέτρες τους έλεγαν τότε, Ανθεμίου από τις Τράλλεις, σημερινό Αϊδίνιο, και Ισιδώρου από τη Μίλητο.

Εκεί, στον πρώτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, σε κοντινή απόσταση από το Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο της Πόλης, ανεγέρθηκε με ανυπολόγιστο κόστος από 1.000 μαστόρους και 10.000 εργάτες μέσα σε πέντε χρόνια ένας αριστουργηματικός ναός αφιερωμένος στη Υπατη Σοφία του Ενσαρκου Λόγου του Θεού.

Με λευκά μάρμαρα από την Προκόννησο, πράσινα από τη Θεσσαλία και την Κάρυστο, χρυσαφιά από τη Λιβύη, τριανταφυλλιά από τη Φρυγία, κοκαλί από την Καππαδοκία, κοκκινωπά από την Αίγυπτο, τα οποία επένδυσαν τοίχους, κολόνες και κιονόκρανα. Με πολύτιμα πετράδια, χρυσό, ασήμι και ελεφαντόδοντο για τη διακόσμηση.

Τα θυρανοίξια της Αγίας Σοφίας, στις 27 Δεκεμβρίου του 537 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, αντικρίζοντας τη μεγαλειώδη υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, λέγεται ότι αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ το καταξιώσαντί με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών!».

Και στην πολυήμερη πανήγυρη που ακολούθησε μοίρασε χιλιάδες ελάφια, βόδια, πρόβατα, κότες, καθώς και τόνους σιταριού στους φτωχούς. Στη μακραίωνη και ταραγμένη ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το τέλος του ορθόδοξου καθεδρικού έφτασε την αποφράδα ημέρα της μεγάλης Πτώσης.

Στις 28 Μαΐου του 1453, μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα, ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης Παλαιολόγος κατέφτασε για ακόμη μία φορά στην Αγια-Σοφία. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, μαζί με τους μελλοθάνατους άνδρες του ζώστηκαν ξεσπώντας σε λυγμούς τις βαριές πανοπλίες τους και έφυγαν για τα τείχη, όπου έπεσαν όλοι μαχόμενοι.

Εκτοτε και για αιώνες δεν πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας κανένας χριστιανός ηγεμόνας. Ο ναός διατάχθηκε από τους Οθωμανούς κατακτητές να μετατραπεί σε τζαμί.

Πρόσθεσαν τότε ένα μιχράμπ (ιερό) προσανατολισμένο στη Μέκκα μέσα στην ανατολική Ιερή Κόγχη και κατασκεύασαν έναν ξύλινο μιναρέ σε ένα μικρό τρούλο, στα δυτικά. Κατασκεύασαν τον άμβωνα «Μιμπέρτου μουεζίν» για τον ιεροψάλτη. Πρόσθεσαν και από μία βρύση για να χρησιμοποιηθούν σαν κρήνες καθαρμού. Επικάλυψαν όλες τις παραστάσεις με αγίους και σταυρούς με αραβικές επιγραφές σε τεράστια κυκλικά μενταγιόν, διαμέτρου 7,5 μέτρων, και τα κρέμασαν στους τοίχους.

Οι στίχοι του Κορανίου κάλυψαν όλο τον κεντρικό τρούλο, ενώ οι τοιχογραφίες του ναού ασβεστώθηκαν, αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος θεωρείται βλασφημία για το Ισλάμ. Προστέθηκαν τέσσερις εξωτερικοί μιναρέδες, από τους οποίους όσοι γκρεμίστηκαν αμέσως ανορθώθηκαν.

Δίπλα στον ναό ανεγέρθηκε θρησκευτικό ιμαρέτ (πτωχοκομείο), ενώ το βυζαντινό βαπτιστήριο έγινε μαυσωλείο των σουλτάνων. Και φυσικά ο σταυρός αφαιρέθηκε από την κορυφή του τρούλου και αντικαταστάθηκε από μία ημισέληνο.

Οι οθωμανικές παρεμβάσεις

Οι τροποποιήσεις, αν όχι αποσυνθέσεις, του ναού προκειμένου να αποτελέσει το πρώτο αυτοκρατορικό τέμενος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετάλλαξαν τον περίπου χιλιόχρονο χαρακτήρα του. Οι επεμβάσεις και οι «τροποποιήσεις» αποτέλεσαν μια ηχηρή παραφωνία στην όλη αρχιτεκτονική του οικοδομήματος. Ο διάκοσμος και η λατρευτική επίπλωση που πρόσθεσαν οι Οθωμανοί ήταν αταίριαστα με την αρμονία του χώρου.

Οι μακριές σειρές των χαλιών της προσευχής που απλώνονταν στο δάπεδο σε διαγώνιες γραμμές ανέτρεπαν την ισορροπία των καλαίσθητων ψηφιδωτών. Χώρια που η υποχρέωση των μουσουλμάνων πιστών να προσκυνούν στρεφόμενοι προς τη Μέκκα τους εξανάγκαζε σε έναν άβολο προσανατολισμό, αντίθετο με την εμπνευσμένη προοπτική τάση ενός ιερού τόπου με διαχρονική απήχηση.

Παρ’ όλα αυτά, η Αγια-Σοφιά παραμένει χαρακτηριστικά εμβληματικό σημείο της Κωνσταντινούπολης μέχρι και σήμερα. Δεν είναι κάτι σαν το Λούβρο ή το Βρετανικό Μουσείο, αποτελεί όμως ενεργό σημείο της συλλογικής συνείδησης των απανταχού χριστιανών. Λουσμένη στο φως από τα 100 παράθυρά της, αντανακλά μνήμες που δεν δαμάστηκαν από τις ετσιθελικές οθωμανικές παρεμβάσεις και την καταναγκαστική ισλαμική αισθητική που ανέπνεε μέσα από την Αλ-Κάνταρ (θείο πεπρωμένο).

Αντίθετα, ο μισαλλόδοξος Ερντογάν επιχειρεί υπό το δόγμα που ισχυρίζεται ότι τα τζαμιά δεν είναι απλώς χώροι λατρείας, αλλά κέντρα προσχεδιασμένης πολιτικής δύναμης και μεγέθυνσης της εξουσίας να ξανασβήσει ακόμη και όσα σύμβολα της Ορθοδοξίας αποκαλύφθηκαν από τη λειτουργία της Αγίας Σοφίας ως μουσείου.

Προφανώς δεν είναι δικαίωμά του απέναντι στη διεθνή πολιτισμική κοινότητα να μετασχηματίσει ένα ιστορικό σύμβολο 15 αιώνων σε μια βολική ανατολίτικη θρησκευτική Ντίσνεϊλαντ για να προμοτάρει με φθονερές αλά Τζιχάντ καυχησιές, μέσα κι έξω από τη χώρα του, τις ιδιοτελείς πολιτικές του σκοπιμότητες.

The post Αγιά Σοφιά: Γιατί ο Σουλτάνος τη θέλει τζαμί appeared first on Newsone.gr.

Πηγή: ΕΛΛΑΔΑ – Newsone.gr