Αντώνης Σκυλλάκος – Το συγκινητικό αντίο της οικογένειάς του

Με μια συγκινητική ανάρτηση στο facebook αποχαιρέτησε τον Αντώνη Σκυλλάκο η οικογένειά του.

«Ένα τελευταίο αντίο στο πατέρα μου, στον πατερα μας, στον σύντροφό μας με περηφάνια» έγραψε ο γιος του Ηλίας Σκυλλάκος που μοιράστηκε με τους διαδικτυακούς του φίλους το πως έζησε ο ίδιος, ο αδερφός του και η μητέρα τους τον Αντώνη Σκυλάκο ως άνθρωπο, οικογενειάρχη αλλά και στρατευμένο κομμουνιστή καθώς ο εκλιπών υπήρξε επί σειρά ετών βουλευτής του ΚΚΕ.

Αναλυτικά η ανάρτηση του Ηλία Σκυλλάκου έχει ως εξής:

Ένα τελευταίο αντίο στο πατέρα μου, στον πατερα μας, στον σύντροφό μας με περηφάνια.
Εδώ βρίσκεται, ακόμη. Χαμογελαστός, ενώ συνεχίζει να μας δείχνει έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου σε κάποιο ταξίδι κάτι που τον εντυπωσίασε, ικανοποιημένος που ξυπνάμε στο πίσω κάθισμα και μας έχει πιτσιρίκια πλάι του στις αναζητήσεις του, με ένα βλέμμα λαμπερό ενώ μας εξηγεί τις ιστορίες ενός καινούριου τόπου και του λαού του.
Καθώς τον ρωτάμε:
– Που πας πάλι μπαμπά.
Εδώ βρίσκεται ακόμη, για να μας πει:
– Στην Αθήνα για δουλειά, παιδιά μου.
Κι έτσι περιμένουμε ωσότου ακούσουμε τα κλειδιά και πάλι στη πόρτα.
Αυτός ο τόσο απλός ήχος που δήλωνε ότι έχει επιστρέψει το Σαββατοκύριακο και ότι έχει επιστρέψει και ο μπαμπάς. Που δήλωνε πως αυτομάτως βρισκόμασταν πάνω στην αγκαλιά του.
Στη δουλειά του… Μεγαλώναμε, λοιπόν, και καθώς ανοίγαμε κάτι περίεργα παλιά βιβλία που βρίσκαμε στη βαριά ξύλινη και γεμάτη βιβλιοθήκη του και κυρίως εκείνο το συγκεκριμένο με το κατακόκκινο εξώφυλλο και γραμμένο ΛΕΝΙΝ πάνω του, τοποθετημένο πίσω από μια φωτογραφία με ένα, ίδιο σε ηλικία και σε ύψος με εμάς, παιδί, που έβαζε ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο όπλο κάποιων στρατιωτών, αντιλαμβανόμασταν ότι η δουλειά του, αυτή που μας έκανε να μην βλέπουμε τον πατέρα μας, για χρόνια, για αυτή που ρωτούσαμε κάθε Κυριακή βράδυ, ήταν τόσο ιδιαίτερη: ο αγώνας για το δίκιο των ανθρώπων.
Ναι, έλειπε, αλλά βρισκόταν ταυτόχρονα και πάντα δίπλα μας. Βρισκόταν υπαρκτός, μέσα από της συντρόφισσάς του, μέσα από την μάνα μας, μέσα από του κοριτσιού του, όπως την αποκαλούσε μέχρι τελευταία στιγμή, μέσα από το χαμόγελο της, ο πατέρας μας ήταν πάντα παρόν και εκεί ακριβώς που έπρεπε. Μέσα από τη συντροφική στη ζωή και στον αγώνα, ενότητα τους. Αυτή που δομήσανε από τη στιγμή που οργανώθηκαν και γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν αμέσως μετά τη Χούντα και μας πλάσανε.
Αλλά, κάτι δεν είχε λυθεί. Συνεχίζαμε να αναρωτιόμαστε. Και πώς καταφέρνει να είναι παρόν και σε εμάς και σε όλους τους ανθρώπους ταυτόχρονα;
Σκεφτόμασταν πως ίσως αν αγαπάς την ανθρωπότητα που αγωνίζεται και σου χαμογελάει στους δρόμους, αγαπάς και τους ανθρώπους που σου χαμογελούν καθημερινά στο σπίτι.
Ίσως γιατί όταν έβλεπε το συνονόματο εγγονάκι του, χρόνια αργότερα, να βάζει στα τέρματα επαναστατικά τραγούδια από διάφορες γωνιές του κόσμου, χαμογελούσε και πάλι.
Ίσως γιατί πίσω από τα πιο περίτεχνα λόγια, υπάρχει μια λέξη τόσο απλή μα με τέτοια βαρύτητα που ορίζει αυτό το παραπάνω παράδοξο, που τελικά σήμερα, το αντιλαμβανόμαστε, και είναι, ένα ιδανικό. Κομμουνιστής.
Έτσι θυμόμαστε εκείνη την ίδια ιστορία, που επαναλάμβανε κάθε τόσο μέσα στα χρόνια, καθώς κοιτούσε ένα βαρύ έπιπλο στο σαλόνι μας, εκείνη την ίδια ιστορία που τον έκανε να γελάει με την καρδιά του, γιατί ήταν όντως τόσο βαρύ, ώστε οι γερμανοί φασίστες δεν κατάφερναν να πλιατσικολογήσουν και να το μεταφέρουν και έτσι ποτέ δεν έγινε γνωστή η κρυφή καταπακτή του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ της Λάρισας, που ήταν κρυμμένο στο σπίτι που έπειτα γεννήθηκε και μεγάλωσε και έπειτα γεννηθήκαμε και ζήσαμε και εμείς. Και όχι, δεν θυμόταν το έπιπλο αυτό καθ’ αυτό, αλλά την ιστορία που του αφηγούταν η μάνα του και ένιωθε ότι πρέπει να την αφηγηθεί ξανά και ξανά. Σε εμάς. Να την μεταφέρει. Γιατί πίστευε πως ερχόμαστε από κάπου και τραβάμε προς τα κάπου. Ενώ σε θυμόμαστε αυτή τη στιγμή, πατέρα, προσπαθούμε, να μην χαθούμε.
Θυμόμαστε και όταν μας είχε πάρει στους ώμους του και κατέβαινε με σκι ένα βουνό και φυσικά πέσαμε και έσπασε το πόδι του, πάλι γελούσε με εκείνη την απόφαση του, έτσι ακριβώς χαμογελούσε όταν μας έβλεπε δίπλα σε εκατοντάδες άλλους συμμαθητές μας να είμαστε νυχτοβραδίς στις καταλήψεις των σχολείων μας για εκπαιδευτικά δικαιώματα και με τα χέρια ψηλά στους τοίχους με την αστυνομία πάνω μας για δημοκρατικά δικαιώματα και στη Γένοβα και τη Θεσσαλονίκη και στις σχολές μας να οργανώνουμε αποφάσεις και ψηφίσματα και καταλήψεις και πορείες και συγκρούσεις και σε κάθε διαδήλωση και απεργία του λαού μας. Και επειδή χαμογελούσε με όλα τούτα, γινόταν ένα πρότυπο για εμάς. Ένα σημείο σε μια νοητή κλίμακα, που οφείλαμε πάντοτε να αναμετριόμαστε μαζί του. Για να κερδίζουμε, επιπλέον, και λίγο από το χαμόγελο του ξανά και ξανά.
Και κάπως έτσι αναλογιζόταν τον Φιντέλ και τον Τσε και τους παρισινούς κομμουνάρους, το Πολυτεχνείο και την Χιλή και τη Νομική και την Καισαριανή, την Ισπανία και τους Σαντινίστας και τους γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, ή εκείνο το περίεργο βράδυ όπου το σπίτι μας ήταν γεμάτο κόσμο ενώ την επόμενη καθώς οι κόκκινες σημαίες στη Μόσχα κατέβαιναν, και το σπίτι ήταν άξαφνα άδειο και γεμάτοι απορία ρωτούσαμε “που πήγαν οι φίλοι σας”, αυτός και η Κική του, μας έδειχνε άλλες σημαίες που ήταν ακόμη υψωμένες και που θα υψώνονταν σύντομα μέσα από την πιο απλή καθημερινότητα, μέσα από τους αγώνες για τα δίκια του λαού.
Και ήταν 1991 και ύστερα αναλογιζόταν τον αγαπημένο του Χαρίλαο και μας πήγε σε εκείνον και εμείς δώσαμε τα μικρά μας χεράκια μας να μας τα σφίξει όλο αγάπη, αυτός ο γίγαντας στα μάτια μας τότε, στο νου μας τώρα και πάντα. Στον Χαρίλαο που έλεγε πως μόνο όταν φεύγει από τη ζωή κάποιος μπορεί να πούμε πως υπήρξε κομμουνιστής, ε πατέρα μας και άντρα μου, ναι για σένα μπορούμε τώρα να το πούμε, ακόμη και μέσα από την πίκρα μας, με κάθε βεβαιότητα. Κι αυτό μας γλυκαίνει ταυτόχρονα.
Κάποια στιγμή βρήκαμε κάτι γράμματα σε μια παλιά τσάντα που είχαν στείλει στον πατέρα σου οι φυλακισμένοι και εξόριστοι σύντροφοι και χαμογέλασες. “Να τα φιλάτε αυτά, μην τα δώσετε πουθενά, θα τα βάλουμε μια μέρα στο μελλοντικό σπίτι της επαναστάσης.”, είπες.
Ας το πούμε τύχη, ας το πούμε ένα κάποιο προνόμιο, να μεγαλώσουμε “ούτε μπρος, ουτε πίσω του, μα πλάι του” όπως θα ελεγε και ένα βιβλιαράκι του Καμύ που είχε στη βιβλιοθήκη, κι όμως μάλλον δεν είναι τίποτα από όλα αυτά.
Ήταν απλώς η ζωή που είχε μάθει να αξιολογεί συνειδητά και με αποφασιστικότητα και με ανθρωπιά, δεν ξέρουμε από που,
από τον πατέρα του, ίσως, που τον κυνηγούσε η Ιντερπόλ και που υπεράσπιζε τους εξόριστους και φυλακισμένους και τον έχασε απρόσμενα κι αυτός τόσο νωρίς, ίσως απο την μάνα του που 21η Απρίλη, ετοιμάστηκε, ντύθηκε και βάφτηκε και όταν ήρθαν να την πάρουν οι χωροφύλακες, είπε “να εδώ είμαι”,
ίσως γιατί βρέθηκε στη ταράτσα της Νομικής όπου το σύνθημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ δέσποζε μέσα στη μαυρίλα του 1973,
ίσως γιατί κάλεσε τον λαό της Λάρισας να κυνηγήσει τους αποθρασυμένους χουντικούς στους δρόμους της πόλης αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας και αυτός ο λαός το έκανε πράξη,
ίσως γιατί αγάπησε την Λάρισα, την Αθήνα, την Μόσχα, το Πεκίνο, την Αβάνα,
τον Μάρξ, τον Λόρκα και τον Καββαδία και την Αντζελα Ντειβις και τον Χο Τσι Μινχ,
που είχε κάνει σύμφυτες έννοιες της προσωπικότητάς του τις λέξεις ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη, θυσία για τον αδικημένο,
ίσως γιατί αυτές τις επιλογές του που τις μετέτρεψε σε στάση ζωής κάθε λεπτού των ημερών του, επιλέγοντας ταυτόχρονα να μην τις κρατήσει ενέχυρο και παράσημο αλλά να τις εμφυσήσει σε εμάς μέσα από τις πιο μικρές πράξεις, από λίγες μελωδίες που μας έβαζε στο κασετόφωνο, μέσα από το βλέμμα του, από τον τρόπο που περπατούσε στον δρόμο της καθημερινότητας και του αγώνα, εκεί που εκτιμούσε ότι τον έχει πατήσει ο λαός πρωτύτερα, αυτή τη ζωή μας χάριζε που είναι από μόνη της μια πράξη ηθικής αξίας.
Ηθική που αναμετριέται εδώ και αιώνες με την παρακμή και την μιζέρια που έχουν θέσει ομήρους λαούς ολόκληρους.
Ηθική που συζητιέται με συγκεκριμένες λέξεις, ήσυχες, απλές, οικείες, γλυκές, αληθινές, που μοιράζονται με το βάρος της προσωπικής πολιτικής γνώμης, με ευρύτητα, χωρίς φόβους, προκαταλήψεις και απαράδεκτους συμβιβασμούς με όποιο κόστος, με σθένος, γιατί ακριβώς είναι λέξεις που μυρίζουν, μυρίζουν σαν τα πρωινά σθεναρά βουνά όπου οδοιπορούσαν οι ΕΑΜίτες, γιατί κατοχυρώνονται με χειραψίες συντροφικές, βαθιές, ζεστές και βαριές. Ηθική που έχει συγκεκριμένο χρώμα και κανείς δεν μπορεί προσωπικά να τη ξεβάψει.
“Ο πραγματικός επαναστάτης καθοδηγείται από βαθιά αισθήματα αγάπης” έγραφε ο Τσε και αν και μοιάζει τόσο κρίμα τώρα, τώρα που δεν προλάβαμε να σου το πούμε, χωρίς εσένα δεν θα την καταλαβαίναμε στην ολότητα της αυτή τη τόσο σημαντική φράση.
Πολλοί τον θυμούνται ως ένα ιστορικό στέλεχος του κόμματος της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος και δεν θα αρνηθούμε μια τέτοια σπουδαία τιμή. Για τον ίδιο, που δεν ζήτησε και δεν δέχτηκε πίσω ποτέ του κανένα αντάλλαγμα, αυτό το χαρακτηριστικό, αυτή την ιδιότητα, την έβλεπε ως μια ακόμη υποχρέωση προς τον λαό. Την έβλεπε, στην τελική ως συνέπεια και μόνο, της επαναστατικής ηθικής του κινήματος του εργαζόμενου λαού. Άλλωστε, θα συμφωνούσε πως μονάχα ως τέτοια μπορεί να αναμετρηθεί με την ιστορία.
Δεν ξέρουμε αν καταφέραμε τελικά να σου πούμε σήμερα ένα κάποιο τελευταίο αντίο. Προσπαθήσαμε τουλάχιστον. Και να μας αγαπάς γι’ αυτό. Ακόμη και για ό,τι δεν καταφέραμε. Η ζωή συνεχίζεται. Έτσι δεν είναι; Αυτό ήθελες. Να την συνεχίζουμε.
ΥΓ. Να μας επιτραπεί, κλείνοντας, να ακούσουμε ένα τραγούδι που μας το έβαζε πάντοτε στο δρόμο όταν πηγαίναμε διακοπές ενώ μας έδειχνε γύρω τις ομορφιές του κόσμου, γιατί εκεί ακριβώς “βαπτιστήκαμε”, στις ομορφιές του κόσμου και στα τραγούδια που ήταν γειωμένα με αυτές. Όχι σε πομπώδη και βαρύγδουπα, ή σε αυτά που είναι έξω από τη ζωή και κουλτούρα του λαού μας και των λαών του κόσμου. Άλλωστε από όποια θέση, κομματική, προσωπική, δημόσια και ιδιωτική και αν βρέθηκε, στην κόκκινη και αταλάντευτη ως το τέλος πορεία του, αυτά δεν τα εκτίμησε ποτέ. Εκτιμούσε μονάχα αυτόν που έβρισκε τη δύναμη να σηκωθεί όρθιος ή όποιον, ακόμη και αν δεν την είχε βρει, είχε στο βλέμμα του μια τέτοια ειλικρινή πρόθεση. Εκεί έβλεπε ομορφιά.
Σε ευχαριστούμε πατέρα μας, σε ευχαριστώ παππού, σε ευχαριστώ άντρα μου και σύντροφε μου για όλη την αγάπη σου, που δεν την ξεχώρισες ποτέ, από την αγάπη σου για κάθε άνθρωπο που αδικούταν, για κάθε άνθρωπο που αγωνιζόταν, που δεν την ξεχώρισες ποτέ από την επανάσταση.
Έκανες όντως καλά την δουλειά σου. Και ως κομμουνιστής, και ως άνθρωπος, και ως σύντροφος και ως πατέρας. Σε αγαπήσαμε βαθιά και σε αγαπάμε γιατί εσύ κατάφερες με την προσφορά σου στους πάντες να την κάνεις τόσο βαθιά. Αντίο!
Ηλίας, Χρήστος, Κική
24 Αυγούστου 2021

Πηγή: Πολιτική – ΤΑ ΝΕΑ