Μπορεί η ασπιρίνη να προλάβει τον καρκίνο;

Το πώς έγινε ένα φάρμακο που δηµιουργήθηκε για την αντιμετώπιση της στηθάγχης το διασημότερο μικρό μπλε χαπάκι κατά της στυτικής δυσλειτουργίας, οφείλεται στην τύχη. Σε μία ευτυχή επιστημονική συγκυρία.

Τη δεκαετία του 1980, η Pfizer άρχισε να δοκιμάζει μία φαρμακευτική ουσία, τη σιλδεναφίλη, για τη χαλάρωση των στεφανιαίων αρτηριών και τη βελτίωση της ροής του αίματος στην καρδιά. Οι κλινικές δοκιμές, ωστόσο, στέφονταν με αποτυχία, το επιθυμητό καρδιαγγειακό αποτέλεσμα ήταν άφαντο.

Μέχρι που ξαφνικά, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως, ανάμεσα στις ανεπιθύμητες ενέργειες της λήψης σιλδεναφίλης, ορισμένοι ασθενείς είχαν αναφέρει ισχυρές και επίμονες στύσεις. Ετσι μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την κυκλοφορία του διάσημου Viagra. Η ιστορία μιας αποτυχίας που μετατράπηκε σε επιτυχία.

Χωρίς να το γνωρίζει, το φάρμακο αυτό έγινε το πρότυπο μιας νέας στρατηγικής για τη δοκιμή και τη διεύρυνση, με έναν περισσότερο ευέλικτο τρόπο, του θεραπευτικού οπλοστασίου εναντίον της οποιασδήποτε ασθένειας: της επαναστόχευσης φαρμάκων (στα αγγλικά, drug repositioning), που σημαίνει την ανεύρεση νέων ασθενειών στις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ήδη υπάρχοντα φάρμακα με διαφορετικές αρχικές ενδείξεις.

Παλιοί γνώριμοι των φαρμακείων, όπως η ασπιρίνη ή το αντιεπιληπτικό φάρμακο τοπιραμάτη, ερευνώνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Η ασπιρίνη, ένα ιστορικό αναλγητικό και αντιπυρετικό, που βρήκε επίσης με τα χρόνια μια θέση ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας, έχει συνδεθεί με την αντιμετώπιση του καρκίνου του παχέος εντέρου: μία προγνωστική μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Jama Oncology» συνέδεσε τη χρήση ασπιρίνης με μία μείωση 18% του κινδύνου εκδήλωσης ορθοκολικού καρκίνου. Ερευνες ελέγχουν επίσης επί του παρόντος την αποτελεσματικότητά της σε μία υποομάδα όγκων στους πνεύμονες.

Οπως σημειώνει η ισπανική εφημερίδα «El Pais», για να φτάσει ένα φάρμακο να πάρει άδεια και να κυκλοφορήσει στην αγορά, απαιτούνται από 10 έως 15 χρόνια και μία επένδυση περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ανάπτυξη ενός φαρμάκου, γράφουν στο βιβλίο τους «Νέες χρήσεις για παλιά φάρμακα», που κυκλοφόρησε πέρυσι από το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας της Ισπανίας (CSIC), οι Νούρια Καμπίγιο, Μαρία ντελ Κάρμεν Φερνάντες και Μαρία Μερθέδες Χιμένεθ, είναι μία «κούρσα μετ’ εμποδίων»: μπορεί να ξεκινήσουν στην αφετηρία 10.000 ουσίες και στο τέλος να φτάσει μόνο μία. Ή και καμία. Τα φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα είναι οι νικητές όλων αυτών των μακροχρόνιων και πολυδάπανων δρόμων μετ’ εμποδίων. Η επαναστόχευση φαρμάκων, όμως, είναι μία εναλλακτική λύση που μειώνει σημαντικά και τον χρόνο και τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους.

Πρόκειται για φάρμακα που έχουν ήδη περάσει τα τεστ ασφαλείας και τοξικότητας, οι ερευνητές γλιτώνουν λοιπόν τα προκλινικά στάδια. «Γλιτώνουμε χρόνο, χρήμα, καθώς και τα ζώα που χρησιμοποιούμε στα πειράματα», λέει η Νούρια Καμπίγιο, διδάκτωρ χημείας και ερευνήτρια στο CSIC. Με αυτόν τον τρόπο, η άδεια μπορεί να έρθει στα τρία χρόνια. Και το κόστος της κυκλοφορίας ενός επαναστοχευμένου φαρμάκου στην αγορά, να μειωθεί στα 300 εκατομμύρια.

Υπάρχουν ήδη πολλά παραδείγματα παλιών φαρμάκων με νέες ζωές. Η κυκλοστερίνη, που χρησιμοποιούνταν για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, χρησιμοποιείται πλέον για τη φυματίωση με αντοχές σε δραστικά φάρμακα. Η μιφεπριστόνη, που χρησιμοποιείται κανονικά για την πρόκληση άμβλωσης, δοκιμάζεται για την αντιμετώπιση της ψυχωτικής κατάθλιψης. Η ραλοξιφένη, που χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης, έχει πια μια νέα ζωή κατά του καρκίνου του μαστού. Οσο για τη θαλιδομίδη, που δινόταν τη δεκαετία του 1960 σε εγκύους για την καταπολέμηση της ναυτίας και κατέληξε να προκαλέσει σοβαρές ανωμαλίες σε χιλιάδες νεογνά ανά τον κόσμο, αυτή ανένηψε από την κακή της φήμη αφού απέδειξε την αποτελεσματικότητά της εναντίον μιας μορφής λέπρας: το 1998, εγκρίθηκε στις ΗΠΑ με αυτή τη νέα ένδειξη και το 2012, για το πολλαπλό μυέλωμα.

Η έκρηξη των μεγα-δεδομένων

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις αποτυχίας. Το αντιεπιληπτικό τοπιραμάτη, παρότι έχει φανεί αποτελεσματικό στην παχυσαρκία, απέτυχε στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου. Το αντιβιοτικό κεφτριαξόνη αποδείχθηκε αναποτελεσματικό έναντι της πλάγιας μυατροφικής σκλήρυνσης. Το αντιισταμινικό λατρεπιρδίνη δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τη νόσο του Huntington. Αλλά η επιστημονική κοινότητα δεν αποθαρρύνεται.

Πάνω από όλα, διότι η επαναστόχευση φαρμάκων είναι η καλύτερη εναλλακτική επιλογή όσον αφορά την εύρεση λύσεων για σπάνιες ασθένειες, «όπου δαπανώνται λίγα χρήματα γιατί ο αριθμός των ασθενών είναι μικρός», όπως επισημαίνει η Καμπίγιο. Αλλωστε η έκρηξη των μεγα-δεδομένων και η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών έχουν δώσει μεγάλη ώθηση σε αυτή την επαναστόχευση. Στο βιβλίο τους, οι τρεις ερευνήτριες εκτιμούν πως έως και το 75% των φαρμάκων που βρίσκονται σήμερα στα φαρμακεία μπορεί να έχουν νέες θεραπευτικές χρήσεις.

Πηγή: Υγεία – ΤΑ ΝΕΑ