Economist: Πώς η Ελλάδα έγινε ο μαθητής-υπόδειγμα της Ευρώπης

Σε καυστικό τόνο, δημοσίευμα του Economist παρουσιάζει την Ελλάδα ως τον «μαθητή – υπόδειγμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην πραγματικότητα όμως ασκεί κριτική τόσο στον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και στην ΕΕ για τους τομείς όπου η χώρα μας υστερεί.

«Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πρωθυπουργοί αντιμετωπίζονται συχνά σαν μαθητές. Οι κυβερνήσεις πρέπει να «κάνουν τα μαθήματά τους», συνηθίζουν να λένε οι κοινοτικοί αξιωματούχοι. Εάν οι Βρυξέλλες είναι τάξη, τότε η Ελλάδα έχει γίνει το «καλό παιδί» που κανείς δεν περίμενε», διαπιστώνει ο Economist στη στήλη Charlemagne (Καρλομάγνος) του νέου του τεύχους.

Ο ενθουσιασμός των Ευρωπαίων με την κάποτε δακτυλοδεικτούμενη χώρα μας εξηγείται από το γεγονός ότι στους τομείς για τους οποίους ενδιαφέρεται η ΕΕ η Ελλάδα τα πάει καλά.

«Ο χειρισμός της πανδημίας έχει δεχθεί επαίνους. Το σχέδιό της για την αξιοποίηση των 31 δισ. από τα 750 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης που της αναλογούν κέρδισε »χρυσό αστέρι» από αξιωματούχους της ΕΕ. Ιδέες, όπως το κοινό πιστοποιητικό Covid-19, υιοθετούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο», συνεχίζει o αρθρογράφος του βρετανικού περιοδικού.

Ο καλός μαθητής Μητσοτάκης και ο επαναστάτης ΣΥΡΙΖΑ

«Ο ΣΥΡΙΖΑ, το αριστερό κόμμα που κυβερνούσε τη χώρα από το 2015 έως το 2019, ήταν ο επαναστάτης της τάξης. Αντίθετα, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, του ήπιου κεντροδεξιού πρωθυπουργού που ανέλαβε το 2019, είναι η αγαπημένη της δασκάλας», αναφέρει η ανάλυση.

Βέβαια, στο ασυνήθιστα αιχμηρό του άρθρο, ο Economist δεν παρουσιάζει απλά τον πρωθυπουργό ως τον πιο καλό και πειθήνιο μαθητή, αλλά ως το «φυτό» της ευρωπαϊκής τάξης («teacher’s pet»)!

«Ένας πρώην σύμβουλος διοίκησης, μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τη γλώσσα του Νταβός, τη διάλεκτο που χρησιμοποιούν μεσήλικες άνδρες ντυμένοι με μπότες χιονιού σε συνέδρια που γίνονται σε μεγάλα υψόμετρα. Η σχολική στολή του πηγαίνει πολύ», σημειώνει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα.

«Ενώ η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε τον εαυτό της σαν την αρχή της ιστορίας, οι επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας θεωρούν ότι δουλειά τους είναι να δώσουν ένα τέλος σε μία σκοτεινή εποχή», επισημαίνεται στο δημοσίευμα.

»Ο έλληνας πρωθυπουργός φορά σωστά και τη σχολική του ποδιά. Η Νέα Δημοκρατία εξελέγη το 2019 με σχέδιο να επιδιορθώσει και να ξαναβάλει στη θέση τους τα κομμάτια της Ελλάδας. Στην ουσία, αποστολή της ήταν να κάνει την πολιτική της Ελλάδας «βαρετή», και να μετατρέψουν τη χώρα σε ένα «κανονικό» κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

«Μετά από μία δεκαετία μνημονίων, στη διάρκεια της οποίας, κινδύνεψε σοβαρά να αποβληθεί από την τάξη –την Ευρωζώνη– η Ελλάδα είχε βάλει σε μία σειρά την οικονομία της, πολύ πριν χτυπήσει η πανδημία. Στην κυβέρνηση, κινούν τα νήματα απόφοιτοι μεγάλων αμερικανικών πανεπιστημίων. Το σχέδιο που κατέθεσαν για το Ταμείο Ανάκαμψης έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής, καθώς οι Ελληνες, μετά από χρόνια σφυροκοπήματος από τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, γνωρίζουν πια πώς να κάνουν ευτυχισμένους τους βαθμολογητές τους. Κι ενώ χώρες όπως η Φινλανδία, αγκομάχησαν να το περάσουν από το δικό τους κοινοβούλιο, η ελληνική κυβέρνηση τα κατάφερε στο πι και φι. Ο καθηγητής πλέον ανησυχεί για άλλους μαθητές, όχι για τους Ελληνες».

«Κόλαφος» για το προσφυγικό

Οι πολύ άσχημες συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες και μετανάστες στα ελληνικά νησιά θα έπρεπε να είναι ένας «λεκές» στον φάκελο της ελληνικής κυβέρνησης, γράφει ο Economist, όπως και το πλήθος καταγγελιών για τα λεγόμενα «pushback», την παράνομη -και βίαιη μερικές φορές- επιστροφή των αιτούντων άσυλο στην Τουρκία από το Λιμενικό ή άλλες ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας.

Αλλά οι Βρυξέλλες φαίνονται ικανοποιημένες. Στο μυαλό των ευρωπαίων πολιτικών, οι κανόνες για τα «pushback» έχουν σχεδιαστεί για να μην σκοτωθούν οι πρόσφυγες από συνοριοφύλακες, όχι για να μην γυρίζουν πίσω βάρκες που ξεχειλίζουν από κόσμο. Με την ίδια απάνθρωπη λογική, οι κάκιστες συνθήκες στους προσφυγικούς καταυλισμούς στα ελληνικά νησιά, αποτρέπουν άλλους πρόσφυγες από το να επιχειρήσουν το επικίνδυνο ταξίδι.

Ακόμα κι όταν υπήρξε νεκρός στα σύνορα με την Τουρκία –γράφει ο Economist – η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν εξήρε τον ρόλο της Ελλάδας ως ασπίδα των συνόρων της Ε.Ε.

Το τι συμβαίνει έξω από την αυλή του σχολείου δεν απασχολεί την ΕΕ.

Εκεί που η Ελλάδα δεν τα πάει καλά, είναι σε τομείς με τους οποίους οι Βρυξέλλες δεν ασχολούνται. Μέσα στην Ελλάδα, ακτιβιστές και ΜΚΟ καταγγέλλουν μεγάλη αύξηση της αστυνομικής βίας μετά την άνοδο της ΝΔ στην εξουσία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχωναν τη μύτη τους με χαρά στις εγχώριες υποθέσεις την εποχή των μνημονίων. Υπό κανονικές συνθήκες όμως, θα κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν την κριτική στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών-μελών.

Το ίδιο συμβαίνει, συνεχίζει ο Economist, και με οποιαδήποτε προσπάθεια να μπει ένα τέλος στον νεποτισμό που τόσο έχει ταλαιπωρήσει την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε να το κάνει, αλλά απέτυχε. Ο κ. Μητσοτάκης επίσης λέει ότι το έχει βάλει στόχο, όμως είναι δύσκολο να πάρει κάποιος στα σοβαρά τις προθέσεις του γιου ενός πρώην πρωθυπουργού, του αδελφού της πρώην υπουργού Εξωτερικών και του θείου του σημερινού δημάρχου της Αθήνας. «Δύσκολο να ηγηθείς της σταυροφορίας, όταν η μεγαλύτερη απόδειξη της προόδου σε αυτό το ζήτημα, θα ήταν να μην ηγείσαι καθόλου».

Και αφού σχολιάζει την κακή κατάταξη της χώρας στα θέματα ελευθερίας του Τύπου, όπως τουλάχιστον την εμφανίζει η οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, ο Economist καταλήγει:

«Οσο η Ελλάδα παίρνει καλούς βαθμούς στα μαθήματα που ενδιαφέρουν τις Βρυξέλλες, κανείς δεν ενοχλείται. Μία κυβέρνηση, που ακολουθεί «τη γραμμή», κάνει τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει χωρίς να γκρινιάζει και κάνει τη βρώμικη δουλειά της ΕΕ στο Προσφυγικό, θα είναι πάντα καλοδεχούμενη. Τα ελαττώματά της μπορούν να αγνοηθούν. Παρά τη διαφήμιση για τις αξίες της, η ΕΕ είναι πολιτική οντότητα, όχι ηθική. Δεν κάνει κριτική σε αυτούς που ακολουθούν τους κανόνες της. Οσες κυβερνήσεις προσπαθούν να της πάνε κόντρα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, κινδυνεύουν από τον οδοστρωτήρα των Βρυξελλών. Οσοι την αποδέχονται, όπως η ΝΔ, μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους χωρίς ενόχληση. «Αν ο μαθητής παραδίδει στην ώρα του την εργασία, κανείς δεν νοιάζεται για τα υπόλοιπα».

Πηγή: Πολιτική – ΤΑ ΝΕΑ