Επενδυτική έκρηξη: 150 νέα ξενοδοχεία σε δύο χρόνια

Ανεβάζει ταχύτητες ο ελληνικός τουρισμός, με τους σημαντικότερους ξενοδοχειακούς οίκους του κόσμου, αλλά και έλληνες επενδυτές, να αγοράζουν και να χτίζουν κυρίως τετράστερα και πεντάστερα ξενοδοχεία στην Αθήνα και σε άλλους δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς.

Η πανδημία όχι μόνο δεν έβαλε φρένο στην εκρηκτική ανάπτυξη της ξενοδοχειακής αγοράς, αλλά ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τις επενδύσεις στα ξενοδοχεία πολυτελείας, με τους επενδυτές να ποντάρουν σε μια λαμπρή «επόμενη μέρα». Ο ελληνικός τουρισμός, μετά το πρώτο πάγωμα και την αμφισβήτηση που επέφερε ο κορωνοϊός, κατάφερε τελικά μέσα σε δύο σεζόν Covid-19 (2020 και 2021) να ενεργοποιήσει περισσότερα εγχώρια και ξένα κεφάλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, για μονάδες πολλών αστέρων που έρχονται να αναβαθμίσουν έτι περαιτέρω το ελληνικό τουριστικό προϊόν και να θέσουν τις βάσεις για την προσέλκυση επισκεπτών υψηλότερων εισοδηματικών κριτηρίων μέσα στα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ), τη διετία 2019 – 2020 προστέθηκαν 81 νέα ξενοδοχεία, δηλαδή οι 9.971 μονάδες (433.689 δωμάτια και 856.347 κλίνες) ανέβηκαν στις 10.052 (438.294 δωμάτια και 869.250 κλίνες). Περαιτέρω άνοδος σημειώθηκε και το 2021, δηλαδή σε απόλυτους αριθμούς, στην τριετία 2019 – 2021, προστέθηκαν περίπου 150 νέα ξενοδοχεία.

Τη διαφορά έκαναν οι δύο ανώτερες κατηγορίες, όπου οι «πεντάστερες» μονάδες σε όλη την επικράτεια ανέβηκαν στις 651 από 610, ενώ και οι «τετράστερες» έφτασαν τις 1.708 από 1.664 που ήταν το 2019. Στις άλλες κατηγορίες προστέθηκαν 65 νέα ξενοδοχεία, με τις μονάδες τριών αστέρων να υποχωρούν.

Μόνο στην Αθήνα άνοιξαν 32 ξενοδοχεία με συνολικά 1.600 δωμάτια ενώ σχεδόν 1.300 νέα ξενοδοχειακά δωμάτια είναι υπό κατασκευή στην Αθήνα. Ειδικότερα, μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, κραταιές ξένες αλυσίδες υψηλού κύρους, χωρίς προηγούμενη παρουσία στην Ελλάδα, αναμένεται να πάρουν θέση στο «αθηναϊκό πάρτι». Η Conrad και η Waldorf Astoria συμπράττουν στη μετατροπή του Χίλτον σε complex που θα συνδυάζει high end διαμερίσματα και προηγμένες υπηρεσίες φιλοξενίας, η One & Only εργάζονται για την  αναβίωση του ιστορικού συγκροτήματος στα Αστέρια της Γλυφάδας, ενώ το πρότζεκτ του Ελληνικού, θα προσθέσει άλλα δύο ξενοδοχεία πολυτελείας «πάνω στο κύμα» με 2.500 δωμάτια.

 

Η απειλή του Airbnb

Το ερώτημα που απασχολεί ξενοδόχους και οικονομικούς αναλυτές, είναι το εξής: Χωράει η χώρα και ειδικότερα η Αθήνα, όλα αυτά τα ξενοδοχεία που εγκαινιάζονται ή ετοιμάζονται να εγκαινιάσουν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια; Αντέχει το ελληνικό τουριστικό προϊόν την κλίμακα και το μέγεθος των επενδύσεων αυτών; Προφανώς οι ιδιοκτήτες των νέων μονάδων προσβλέπουν στην εποχή μετά την πανδημία, όμως θα είναι τόσο εκρηκτική η αύξηση της ζήτησης, που θα απορροφήσει την υπερπροσφορά καταλυμάτων, εάν προστεθεί και η ολική επαναφορά του airbnb; Μήπως οδηγούμαστε σε μια «φούσκα»  της ξενοδοχειακής αγοράς, όπως φοβούνται ορισμένοι;

Οπως ήδη έχει τονίσει αρκετές φορές ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), Γιάννης Ρέτσος, όλα συνηγορούν ότι η τρέχουσα δεκαετία θα είναι μια περίοδος ιδιαίτερης τουριστικής ανάπτυξης παγκοσμίως. Η γήρανση του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες, λέει ο κ. Ρέτσος,  συσσωρεύει χρόνο, χρήμα και διάθεση για ταξίδι. Το τέλος της πανδημίας θα επιταχύνει αυτήν την τάση. Το τέλος της πανδημίας θα επιταχύνει αυτήν την τάση.

Σε ό,τι αφορά την Αθήνα, το τουριστικό της προϊόν εμπλουτίζεται διαρκώς και θα εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο στο άμεσο μέλλον. Τα έργα στο Ελληνικό δεν θα έχουν επιπτώσεις μόνο στο καθαρά κτηματομεσιτικό κομμάτι, αλλά θα αφήσουν ένα ισχυρό τουριστικό αποτύπωμα, καθώς θα βάλουν την Αθήνα σε έναν διαφορετικό χάρτη πελατείας υψηλού εισοδήματος, δημιουργώντας μια εντελώς νέα δυναμική. Aυτός είναι και ο λόγος που διεθνή ξενοδοχειακά brands σπεύδουν ήδη να …κλείσουν θέση στην «επόμενη μέρα» της αγοράς που δημιουργείται. Προεξοφλούν τη δυναμική ενός πολύ σύνθετου προορισμού όπως είναι η Αθήνα και από την άποψη αυτή ο επενδυτικός πυρετός είναι αναμενόμενος.

Σύμφωνα με τον κ. Ρέτσο,  υπάρχουν και οι «ευκαιριακοί παίκτες», αλλά ο επισκέπτης σήμερα είναι πολύ πιο ενημερωμένος, έχει απαιτήσεις που δεν σταματούν στο δωμάτιο και στο πρωινό, και αναζητά την εξατομικευμένη εμπειρία και το λεγόμενο value for money. Οι επενδυτές που απλώς θα εκμεταλλευτούν τη συγκυρία, είναι προφανές ότι δεν θα φτάσουν πολύ μακριά..

Πηγή: Οικονομία – ΤΑ ΝΕΑ