Επισιτιστική κρίση: Κίνδυνος για ακραίο λιμό σε μια σειρά περιοχές – Οι λανθασμένες στρατηγικές που διόγκωσαν το πρόβλημα

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κινήσεις της Ρωσίας, οι κυρώσεις της Δύσης έχουν οδηγήσει σε μια μεγάλη επισιτιστική κρίση. Οι περιοχές που απειλούνται με ακραίο λιμό είναι αρκετές σε όλο τον πλανήτη, ενώ, για μια ακόμα φορά, οι φτωχοί του κόσμου είναι αυτοί που κινδυνεύουν να γίνουν η παράπλευρη απώλεια.

Όπως γράφει ο Ντέιβιντ Πίλινγκ για τους Financial Times και αναμεταδίδει το euro2day.gr, καθώς ο πόλεμος μαίνεται στην Ουκρανία, οι πιο στερημένοι άνθρωποι στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και μεγάλο μέρος της Αφρικής θα εγκλωβιστούν στα διασταυρούμενα πυρά καθώς οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται και η διαθεσιμότητά τους μειώνεται.

Το 2021, σχεδόν 700 εκατ. άνθρωποι ή το 9% του παγκόσμιου πληθυσμού – σχεδόν τα δύο τρίτα από αυτούς στην Υποσαχάρια Αφρική – ζούσαν με λιγότερο από 1,90 δολάρια την ημέρα, που είναι το όριο που θέτει η Παγκόσμια Τράπεζα για την ακραία φτώχεια. Οποιαδήποτε σημαντική άνοδος των τιμών των τροφίμων θα μπορούσε να ρίξει εκατομμύρια άλλους και πάλι σε αυτή την κατηγορία.

Τι προβλέπει η Standard & Poor’s

Έκθεση της Standard & Poor’s προβλέπει ότι η επισιτιστική κρίση θα διαρκέσει έως το 2024 και πιθανώς και μετά. Προειδοποιεί ότι θα μπορούσε να επηρεάσει την κοινωνική σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και τις αξιολογήσεις των κρατών. Η Διεθνής Επιτροπή Διάσωσης έχει προειδοποιήσει τον κόσμο για μια επικείμενη «επίπτωση πείνας» κατά την οποία 47 εκατ. περισσότεροι άνθρωποι -κυρίως στο Κέρας της Αφρικής, το Σαχέλ, το Αφγανιστάν και την Υεμένη- θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε ακραίο λιμό.

Πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι δύο χώρες ήταν, είτε χωριστά είτε μαζί, μεταξύ των τριών κορυφαίων εξαγωγέων σιταριού, καλαμποκιού, ελαιοκράμβης, ηλιόσπορων και ηλιελαίου. Μαζί αντιπροσώπευαν το 12% όλων των εμπορευόμενων θερμίδων τροφίμων. Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός λιπασμάτων. Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας επηρεάζει τα πάντα.

Στην Γκάνα, ο πληθωρισμός πλησιάζει το 25%, κατατρώγοντας την αγοραστική δύναμη. Στη Νιγηρία, η κεντρική τράπεζα εξέπληξε τις αγορές αυξάνοντας τα επιτόκια κατά 150 μ.β. Αυτή την εβδομάδα, η Κένυα αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν επτά χρόνια, επικαλούμενη τις διαταράξεις της εφοδιαστικής αλυσίδας και την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων.

«Έρχονται φασαρίες»

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα παρανοϊκός ηγέτης για να αντιληφθεί πως έρχονται φασαρίες, τονίζει ο αρθρογράφος των FT. Πολλοί θυμούνται τις ρίζες της αραβικής άνοιξης, η οποία ξεκίνησε, συμβολικά τουλάχιστον, το 2010 με την αυτοπυρπόληση ενός Τυνήσιου πωλητή λαχανικών. Η αύξηση των τιμών των τροφίμων το 2007 και το 2008 πυροδότησε ταραχές σε όλο τον κόσμο. Οι διαμαρτυρίες στο Σουδάν που οδήγησαν σε απομάκρυνση του μακροχρόνιου δικτάτορα Ομάρ αλ-Μπασίρ από την εξουσία το 2019 πυροδοτήθηκαν από το υπερβολικά ακριβό καθημερινό ψωμί.

Οι ηγέτες αντιλαμβάνονται την επείγουσα ανάγκη. Αυτή την εβδομάδα, ο Μάκι Σαλ, πρόεδρος της Σενεγάλης και πρόεδρος της Αφρικανικής Ένωσης, ανακοίνωσε ότι μεταβαίνει στη Μόσχα. Εκεί, πιθανώς, θα μιλήσει στον Βλαντίμιρ Πούτιν για τις συνέπειες του αποκλεισμού από τη Ρωσία του λιμανιού της Οδησσού στη Μαύρη Θάλασσα, που εμποδίζει 20 εκατ. τόνους σιταριού να φύγουν από την Ουκρανία. Καλή του τύχη τού ευχόμαστε, αναφέρει ο αρθρογράφος των FT.

Ποια είναι η κύρια αιτία της δυστυχίας

Η εισβολή του Πούτιν και όχι οι επακόλουθες κυρώσεις είναι η κύρια αιτία αυτής της δυστυχίας, σημειώνει ο Πίλινγκ. Ωστόσο, τονίζει, η Δύση θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τη διαμαρτυρία του Σαλ ότι οι κυρώσεις σε ρωσικές τράπεζες έχουν καταστήσει δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την αγορά σιτηρών και λιπασμάτων από τη Ρωσία. Ένας αξιωματούχος της ΕΕ παραδέχτηκε ότι υπήρχε «πρόβλημα» στο καθεστώς κυρώσεων. Πρέπει να διορθωθεί.

Μακροπρόθεσμα, πολλές χώρες – ιδιαίτερα στην Αφρική, όπου οι αστικοί πληθυσμοί αυξάνονται ταχύτερα – πρέπει να σκεφτούν περισσότερο την επισιτιστική ασφάλεια. Η Διακήρυξη του Μαπούτο του 2003 δεσμεύει τους Αφρικανούς αρχηγούς κρατών να αφιερώσουν τουλάχιστον το 10% των δημοσιονομικών πιστώσεων στη γεωργία. Λίγα κράτη έχουν πλησιάσει αυτό το ποσοστό.

Αντί να καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες για την αύξηση των εγχώριων αποδόσεων, πάρα πολλές κυβερνήσεις προσπάθησαν να κατευνάσουν τους ανήσυχους αστικούς πληθυσμούς με εισαγωγές τροφίμων. Η Αφρική είναι ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος καταναλωτής σιταριού, αν και, εκτός μερικών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Κένυας και της Νότιας Αφρικής, ελάχιστα καλλιεργούνται στην ήπειρο.

Οι καλλιέργειες που χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή

Οι καλλιέργειες που παράγονται τοπικά χρειάζονται περισσότερη προσοχή. Η ευρεία χρήση του teff, ενός αρχαίου αιθιοπικού σιτηρού, στο Κέρας της Αφρικής, είναι ένα καλό παράδειγμα. Άλλες καλλιέργειες που θα μπορούσαν να καταναλωθούν ευρύτερα περιλαμβάνουν τη μανιόκα, που καλλιεργείται στη δυτική και κεντρική Αφρική, η οποία μπορεί να γίνει ψωμί. Οι κυβερνήσεις πρέπει επίσης να καταπολεμήσουν τη διάβρωση του εδάφους και να επανεξετάσουν τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες.

Εκτός από τα τρόφιμα, πάρα πολλές χώρες εξαρτώνται από τις εισαγωγές λιπασμάτων. Στην Αφρική, το Μαρόκο είναι ένας από τους λίγους μεγάλους παραγωγούς. Οι χώρες με μεγάλα αποθέματα φυσικού αερίου, όπως η Μοζαμβίκη, η Τανζανία, η Ακτή του Ελεφαντοστού, η Σενεγάλη και η Μαυριτανία, θα πρέπει να αναπτύξουν μια εγχώρια βιομηχανία λιπασμάτων ως προτεραιότητα.

Στη Νιγηρία, ο επιχειρηματίας Αλίκο Ντανγκότε έδειξε ότι αυτό είναι δυνατό. Φέτος, εγκαινίασε ένα εργοστάσιο λιπασμάτων λίγο έξω από το Λάγος, με ικανότητα παραγωγής 3 εκατ. τόνων ουρίας ετησίως, καθιστώντας το ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Είπε στο CNN ότι το λίπασμά του αποστέλλεται στις ΗΠΑ, στη Βραζιλία, στο Μεξικό και στην Ινδία, κερδίζοντας πολύτιμο συνάλλαγμα. Αλλά το λίπασμα του Ντανγκότε θα πρέπει επίσης να είναι η βάση για μια εγχώρια ώθηση για υψηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών.

Οι κυβερνήσεις έχουν δίκιο να ανησυχούν για τους πεινασμένους αστικούς πληθυσμούς τους. Η λύση είναι να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στους αγρότες τους, σημειώνει ο Πίλινγκ.

Πηγή: Οικονομία – ΤΑ ΝΕΑ