Η εκδίκησή του ονομαζόταν Μποντ. Τζέιμς Μποντ

Οταν δεν απολάμβανε τη βότκα του – σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Βρετανούς που λατρεύουν το τζιν – έκανε συλλογή από επαγγελματικές αποτυχίες: δεν κατάφερε να ενταχθεί στο δυναμικό του υπουργείου Εξωτερικών κατόπιν εξετάσεων. Πέρασε για λίγο από τα δημοσιογραφικά γραφεία του πρακτορείου Reuters για να ακολουθήσει καριέρα χρηματιστή, όπου χαρακτηρίστηκε ως «ο χειρότερος του κόσμου». Επιστρατεύτηκε στο Βασιλικό Ναυτικό και ονειρευόταν ριψοκίνδυνες αποστολές που θα ταίριαζαν σε σελίδες κατασκοπικού μυθιστορήματος.

Κι όταν διαπίστωσε ότι όλα όσα ονειρευόταν δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν αποφάσισε να τα βάλει στο χαρτί. Επλασε ήρωες με κλεμμένα ονόματα – ακόμη και ο διασημότερος κατάσκοπός του φέρει το όνομα ενός συγγραφέα οδηγού για πτηνά. Τους πασπάλισε με μπόλικη λάμψη της επιφανειακής ζωής που ζούσε και ο ίδιος κατά τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του. Τους μπόλιασε με το συντηρητικό πνεύμα του, τις ανησυχίες του για τη μεταπολεμική εργατική τάξη και τον κομμουνιστικό κίνδυνο, τις αγωνίες του για τη νεολαία και την παρουσία μεταναστών. Και κατάφερε να βάλει τα γυαλιά σε όσους τον αμφισβητούσαν και ιδιαιτέρως στη μητέρα του, που δεν του είχε διαλύσει απλώς τον αρραβώνα με τη γυναίκα που αγαπούσε, αλλά τον θεωρούσε κι υποδεέστερο καθώς ήταν ο λιγότερο επαγγελματικά επιτυχημένος συγκριτικά με τα αδέλφια του.

 

Η εκδίκηση του Ιαν Φλέμινγκ είχε όνομα και επίθετο. Λεγόταν Μποντ. Τζέιμς Μποντ. Ενας ήρωας πλασμένος από τα υλικά του δημιουργού του. Ενας ήρωας που χάρισε στον συγγραφέα του την αθανασία στο λογοτεχνικό και κινηματογραφικό στερέωμα, ενώ εκείνος επέμενε να χαρακτηρίζει τα μυθιστορήματα με ήρωα τον γοητευτικό κατάσκοπο ως «ανοησίες». Μια σχέση βαθιά και πολυεπίπεδη που παρουσιάζεται υπό ένα ενδιαφέρον, σαφώς κοινωνικοπολιτικό πρίσμα, στη νέα βιογραφία του Ιαν Φλέμινγκ υπό τον τίτλο «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» (εκδ. Roman & Littlefield) με την υπογραφή του συγγραφέα και καθηγητή Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Φλόριντα Ατλάντικ, Ολιβερ Μπάκτον.

 

 

 

Mέχρι να φτάσει εκεί όμως η ζωή του ήταν μόνο τυχερά παιχνίδια, γυναίκες, γκολφ, ταξίδια, ακριβά δείπνα με εκλεκτές γεύσεις και συναντήσεις με τους παλιόφιλους από το κολέγιο Ιτον στο διαμέρισμά του στο Τσέλσι. Ο παππούς – από τον πατέρα του – ήταν ένας αυτοδημιούργητος εκατομμυριούχος τραπεζίτης. Ο άλλος παππούς του ήταν καπετάνιος στο Βασιλικό Ναυτικό και ο πατέρας του αξιωματικός και βουλευτής των Συντηρητικών που είχε όλες τις προοπτικές να διαγράψει μια σπουδαία καριέρα αν δεν έπεφτε νεκρός στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο θάνατός του δεν εμπόδισε την κοσμική μητέρα του Εβελιν Σεν Κρουά Ρόουζ-Φλέμινγκ να διασκεδάζει στο Λονδίνο και τον Ιαν να έχει στα πόδια του όλες τις επιφανειακές απολαύσεις που θα επιθυμούσε ένας νέος της εποχής του.

Δεν ήταν όμως αρκετές για να του προσφέρουν την ευτυχία καθώς η έλλειψη του πατέρα και η παρουσία μιας παρεμβατικής μητέρας, που διέλυσε τον αρραβώνα του με τη γυναίκα που αγαπούσε, αποσυντόνιζαν τον βηματισμό του. Χαμένος καθώς αισθανόταν αναζήτησε καταφύγιο στη λογοτεχνία και δη στα βιβλία με ήρωες κατασκόπους που αγαπούσαν την περιπέτεια, ευγενείς, αλλά σκληροτράχηλους κι έτοιμοι να πεθάνουν για την πατρίδα. Για να πλάσει τον δικό του ήρωα δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να αξιοποιήσει ήδη έτοιμες πρώτες ύλες: από τις συντηρητικές απόψεις συγγραφέων που θαύμαζε κι είχαν ζήσει μισό αιώνα πριν από τον ίδιο, όπως ο Σέιπερ (το ψευδώνυμο του Σίριλ ΜακΝιλ), έως ονόματα γνωστών του ή ακόμη και κοκτέιλ για να βαφτίσει τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή του, του οποίου επίσης το όνομα είναι «κλεμμένο». Ανήκε στον συγγραφέα του βιβλίου «Ο Οδηγός για τα Πουλιά των Δυτικών Ινδιών», το οποίο ο Φλέμινγκ αγαπούσε πολύ.

 

Συντηρητικός

Πίσω από τον γοητευτικό Τζέιμς Μποντ, που ενώ απολαμβάνει το Μαρτίνι του τζογάρει και φλερτάρει με ωραίες γυναίκες, κρύβεται ένας συντηρητικών αντιλήψεων άνδρας που δεν συμφωνεί με την πορεία της μεταπολεμικής βρετανικής νεολαίας. Πίσω από τη λάμψη που κυριαρχεί στις σελίδες των μυθιστορημάτων του καλύπτει την περιφρόνησή του για την εργατική τάξη και τον προβληματισμό του για τους μετανάστες και τις εθνικές μειονότητες. Δεν είναι τυχαίο που στο σύμπαν του Τζέιμς Μποντ η Δύση θριαμβεύει πάντα και που οι «κακοί» των ιστοριών του είναι Πολωνοί, Ελληνες ή Λετονοί που με κάποιον τρόπο συνδέονται με τη ναζιστική Γερμανία, δεδομένου ότι οι μνήμες από τους Παγκοσμίους Πολέμους ήταν ακόμη νωπές.

 

 

Την τελική ώθηση για να αναδυθεί από τη γραφομηχανή του Ιαν Φλέμινγκ ο κόσμος των κατασκόπων πρέπει να ήταν η επιστράτευσή του στο Βασιλικό Ναυτικό, εκεί όπου ονειρεύτηκε πολλές και εντυπωσιακές αποστολές, οι οποίες μπορεί να μην υλοποιήθηκαν – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – αλλά έμειναν στα συρτάρια του μυαλού του και ξεπρόβαλαν όταν το απαιτούσε η πλοκή. Κι έτσι μπορεί να αισθάνθηκε δικαιωμένος όταν μπήκε σε εφαρμογή – και μάλιστα με επιτυχία – η επιχείρηση Mincemeat, την οποία πιστώθηκε, αν και βασιζόταν σε ένα κατασκοπικό μυθιστόρημα του Μπέιζιλ Τόμσον. Το σενάριο προέβλεπε να εφοδιαστεί με πλαστή ταυτότητα μια σορός που αφέθηκε από ένα βρετανικό υποβρύχιο στα ισπανικά νερά. Οι Ισπανοί, όπως αναμενόταν, διαβίβασαν τις ψευδείς πληροφορίες στους Γερμανούς, αναγκάζοντάς τους να αφήσουν τη Σικελία απροστάτευτη έναντι της συμμαχικής εισβολής.

Μια άλλη επιχείρηση όμως που εμπνεύστηκε αλλά δεν υλοποιήθηκε είχε το κωδικό όνομα Goldeneye και προέβλεπε τη δημιουργία υπόσκαφου καταφυγίου με βρετανούς πράκτορες στο Γιβραλτάρ που θα αντιμετώπιζαν ενδεχόμενη παρουσία γερμανικών δυνάμεων. Η ιδέα του υπόγειου δικτύου κατασκόπων χρησιμοποιήθηκε αργότερα στο βιβλίο «Επιχείρηση: κινούμενος στόχος».

Πηγή: Ζωή & Τέχνες – ΤΑ ΝΕΑ